ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΔΙΣΚΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ CD

Πρόσφατα, μπήκα σε ένα από τα πολυκαταστήματα τεχνολογικών και μη προϊόντων, γνωστής αλυσίδας στα Νότια Προάστια της περιοχής των Αθηνών, με σκοπό να βρω ένα CD που ήθελα να αγοράσω μανιωδώς. Η αλήθεια είναι ότι ανήκω στη γενιά των 90’s και, είτε μικρή είτε μεγάλη στην ηλικία, είχα μάθει στην προεφηβεία και στην εφηβεία πως η αγορά ενός CD δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση για κάποια που της άρεσε να μελετά τη μουσική και τα είδη της, να ψάχνεται με τους ήχους. 

Δεν μιλώ για την εκμάθηση μουσικών οργάνων που, ούτως ή άλλως, πρέπει να μάθεις ορισμένα πράγματα. Μιλώ για χόμπυ, ενδεχομένως, πίσω από αυτήν την απλή κίνηση της αγοράς, για παράλληλη αναζήτηση βιβλίων για το μουσικό είδος, βιογραφίες καλλιτεχνών / συγκροτημάτων, προσεκτική ακοή στη σύνθεση και στον στίχο και εκτίμηση όλων των τραγουδιών που “κάνουν” ένα CD.

Μπαίνοντας στο κατάστημα και ενώ είχα καιρό – σχετικά – να το επισκεφτώ, διαπιστώνω πως η ενότητα των CD’s δεν βρισκόταν στη γνωστή θέση που την είχα αφήσει την τελευταία φορά. Συναντώ κάποιον πωλητή, τον ρωτώ που βρίσκονται σε αυτήν τη φάση και μου απαντά το εξής: “CD;”, ξέρετε, αυτό το βλέμμα με απορία, “α ναι, πίσω τα βάλαμε γιατί δεν πήγαιναν καλά και σήμερα σπάνια αγοράζει κανείς”. 

Εγώ αποκρινόμενη με ένα σκέτο “μάλιστα”, πάω στο πίσω μέρος, στο βάθος, και για να μην σας τα πολυλογώ, το CD που αναζητούσα δεν το βρήκα, αλλά παρατήρησα τις εξαιρετικές συλλογές, που, τα πέντε, τελευταία, χρόνια βρίσκονται στα ράφια και κατά τη γνώμη μου, είναι σπάνιες. Εννοώ εκείνες τις συλλογές σε κουτιά, εντός των οποίων υπάρχουν τέσσερα CD, αφιερωματικά όλης της πορείας του καλλιτέχνη / συγκροτήματος … στα 10 – 20 ευρώ.

Τα συναισθήματα απογοήτευσης ήδη είχαν συσσωρευτεί διότι, ούσα ενήλικη, είχα βιώσει την εμπειρία αγοράς των CD’s από τα περίπτερα και τα ψιλικά της Αθήνας, το κλείσιμο άλλης γνωστής αλυσίδας πώλησης CD’s, το κλείσιμο μικρών – μεγάλων ανεξάρτητων δισκοπωλείων και γενικώς, την άνοδο του “Youtube” και ταυτόχρονα την τρελή πώληση συστήματος

αποθήκευσης και αναπαραγωγής ήχου, του – τότε – νέου MP3. Μπροστά σε αυτά τα γεγονότα (ας μην ξεχάσουμε και την εμφάνιση της “πειρατείας” της μουσικής), αποφάσισα, συνειδητά πια, όσο μπορώ, να μην παρατήσω το χόμπυ μου, να συνεχίσω να αγοράζω CD και να μαθαίνω περισσότερα φτάνοντας, περπατώντας να βρω τη γνώση και όχι πατώντας ένα κουμπί ευκολίας.

Βρήκα συμμάχους, έχω την εντύπωση, σε αυτήν την απόφαση. Συμμάχους με την ευρεία, μεταφορική έννοια. Στις 13 Απριλίου, η δωδέκατη φέτος (ένεκα ετήσιας κινητής γιορτής), γιορτάζεται η “Παγκόσμια Ημέρα Δισκοπωλείων” –  “Record Store Day” που “ξεκίνησε το 2007 από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως γιορτή των 700 ανεξάρτητων δισκοπωλείων της ηπείρου και σύντομα απέκτησε διεθνή χαρακτήρα. Είναι η ημέρα, κατά την οποία τα ανεξάρτητα δισκάδικα του κόσμου, μαζί με τους καλλιτέχνες, γιορτάζουν την τέχνη της μουσικής και μας θυμίζουν ότι η ύπαρξή τους απειλείται από την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας στη μουσική”. 

Σύντομη ανασκόπηση στην ιστορία των συστημάτων αποθήκευσης και αναπαραγωγής ήχου:

  • Ο Thomas Edison θα παρουσιάσει το “φωνογράφο”.
  • Την ίδια εποχή, ο Graham Bell, ήταν ο εµπνευστής του “γραφόφωνου”, που αποτέλεσε τη βάση της δισκογραφικής εταιρείας Columbia. 
  • Η κασέτα παρουσιάστηκε στην παγκόσµια αγορά ταυτόχρονα µε τους δίσκους 33 στροφών, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η ευρεία εµπορική της χρήση θα καθιερωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960. 
  • Το πρώτο µικρό δισκάκι που βγάζει ψηφιακό ήχο, µαζί µε το πρώτο player θα παρουσιαστεί πρώτα από τις εταιρίες Sony και Philips το 1982. 
  • Οι πρώτες ηχογραφήσεις σε cd έγιναν για λογαριασμό της κλασικής µουσικής.
  • Τα αρχεία MP3 εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι Γερμανοί μηχανικοί του ιδρύµατος Fraunhofer συνέλαβαν την ιδέα και την υλοποίησή της, μόνο που λόγω συμπιεσμένης μορφής αρχείου ήχου, αφαιρέθηκαν συχνότητες σε αυτόν, χωρίς να είναι απαραίτητα αντιληπτές στο αυτί.

Σε αυτό το πλαίσιο, αυτόματα αναζήτησα το πρώτο, ιστορικά μιλώντας, δισκοπωλείο της Αθήνας και, κάπως, ένιωσα υπερήφανη γι’αυτήν την αναζήτηση, επειδή η γιορτή αυτή, δεν παραμένει σε συμβολικό επίπεδο, προχωρά στο επίπεδο της καθημερινότητας των ανθρώπων. Ουσιαστικά, γιορτάζεται η κουλτούρα της ύπαρξης των δισκοπωλείων, της αλληλεπίδρασης των ατόμων, ως κινητήριος δύναμη των κοινοτήτων στις γειτονιές της “παγκόσμιας” πόλης.  

Χρησιμοποίησα το Διαδίκτυο για να ερευνήσω πόσα δισκοπωλεία υπάρχουν σήμερα στην Αθήνα. Έτσι ανακάλυψα έναν εύχρηστο χάρτη, έστω, δισκοπωλείων βινυλίων που μπορεί να είχαν και CD’s. Σύμφωνα με τον χάρτη των καταστημάτων πώλησης των βινυλίων, στην Αθήνα, υπάρχουν σήμερα 17 καταστήματα εκ των οποίων τα 9 βρίσκονται στο κέντρο της, στα Εξάρχεια και τα 8 στο Μοναστηράκι. Συνολικά, στην Ελλάδα, υφίστανται 41 καταστήματα. Εντάξει, ίσως, και 46. 

Όμως, δεν αρκούσαν οι αριθμοί. Έπρεπε να βρω το παλαιότερο δισκοπωλείο της Αθήνας. Τελικά, συνειδητοποιώντας πως αναφερόταν μόνο σε διαδικτυακά άρθρα με το όνομά του και το όνομα του ιδιοκτήτη του, αναρωτήθηκα γιατί δεν υπήρχε σχεδόν κανένα άρθρο με αφιερωματική 

συνέντευξη για το πρώτο δισκοπωλείο της Αθήνας εκτός από ένα που παρείχε περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τα υπόλοιπα που αναζήτησα. 

Το “Music Corner” επί της οδού Πανεπιστημίου 56 και Εμμανουήλ Μπενάκη 10, σίγουρα, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν όπως λέμε “παλαιό”. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς, πόσα “θα έχουν δει και ακούσει οι τοίχοι του”. Στρατιωτική δικτατορία, πορείες και διαμαρτυρίες, αστυνομική βία, κίνημα των φοιτητών με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, κι άλλα τόσα κοινωνικά γεγονότα καθώς και πολιτικές προσωπικότητες να περνούν από μπροστά του. Από το 1967 και όπως μαρτυρά ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του, “και λίγο πριν από το 1967, κάπου το 1965- 1966”, στέκει σθεναρά σήμερα απέναντι στην εποχή των μεγάλων πολυκαταστημάτων, στην εποχή της τεχνολογίας. Με ρίσκο αρνητικής απάντησης και με μεγάλο ενδιαφέρον, εισήχθησα εντός του δισκοπωλείου και αντίκρυσα τον έναν από τους δύο ιδιοκτήτες, ζητώντας να κλείσουμε μία ημερομηνία “συζήτησης για τη μουσική”.

Έτσι κι έγινε. Το δισκοπωλείο το άνοιξαν οι αδερφοί Γιώργος και Χρήστος Μπουρτζίκος και σήμερα το διευθύνουν οι τρεις νεότεροι επίγονοί τους. Σαφώς, μπαίνοντας μέσα στο κατάστημα, υπάρχουν διακοσμημένα λαϊκά μουσικά όργανα σε υψηλή θέση τιμώντας την ελληνική δημοτική παράδοση, ούσα “η πρώτη μουσική που πουλήθηκε στην Ελλάδα”, σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη, και “όχι το ρεμπέτικο, ήταν τελειωμένη υπόθεση στη δισκογραφία” – εννοώντας, φυσικά, τους πρωτεργάτες αυτού που έπαιζαν κρυφά σε κουτούκια καθώς απαγορευόταν δημοσίως και όχι του “λαϊκού ρεμπέτικου” που όλοι γνωρίζουμε. Δηλαδή, μέχρι “το 1973 δεν υπήρχαν ρεμπέτικοι δίσκοι – από το έτος αυτό και έπειτα, άρχισε η αναβίωσή του με το λαϊκό ρεμπέτικο, με την ρεμπέτικη κομπανία, τους φοιτητές, τον Τσιτσάνη κ. ά”. 

Συνεχίζοντας τη συζήτησή μας, το κατάστημα άνοιξε στις δυσκολότερες χρονικές περιόδους που βίωσε η Ελλάδα. Δεδομένη παρατήρηση για την τωρινή εποχή αλλά ουσιαστική παρατήρηση εν τέλει και όπως εξηγεί ο ίδιος, “κάπως ρομαντικά, κανείς δεν σκεφτόταν να ανοίξει δισκοπωλείο, να εμπορευτεί, άλλα πράγματα είχαν προτεραιότητα και σημασία – οι θείοι μου έβλεπαν, ας το πούμε, πιο μπροστά από την εποχή τους”. 

Η προμήθεια των CD’s εντός των ανεξάρτητων δισκοπωλείων πραγματοποιούνταν κατόπιν συμφωνίας διάθεσης και προώθησης των δίσκων των καλλιτεχνών από τις εταιρείες και “αν δεν γινόταν αυτό, ψάχναμε εμείς τρόπο να βρούμε στο εξωτερικό”. Σήμερα και ενώ η Τεχνολογία έχει γίνει σύμμαχος των ίδιων των εταιρειών, τα CD’s πια δεν προωθούνται με τον ίδιο ρυθμό συχνότητας στα δισκοπωλεία. Η γνώμη του ήταν πως “η Τεχνολογία έχει κάνει μεγάλη ζημιά όχι εμπορική – το Διαδίκτυο, το MP3 αλλοιώνει την ποιότητα του ήχου και αυτό είναι πολύ άσχημο για τις προσλαμβάνουσες του ανθρώπου που ακούει μουσική, δεν μπορείς να έχεις τον ίδιο ήχο του CD ή αυτού που προσφέρει το πικάπ”. Γιατί; “Γιατί είναι πολύ συμπυκνωμένες οι πληροφορίες του ήχου με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται” αλλά “η Τεχνολογία εκτός από αυτά, έχει βοηθήσει στην ενημέρωση και στην επικοινωνία του εμπορεύματός μας”. 

Συνέπεια όλων αυτών, παρά ταύτα, δεν είναι η χαρά της απόλαυσης ενός δίσκου, η οποία “ναι, δεν υπάρχει σήμερα”. Δυστυχώς, τόσο εύκολα. Οι δισκογραφικές εταιρείες χειρίστηκαν με λάθος τρόπο τη διάχυση των δίσκων των καλλιτεχνών “και τον έντονο ήχο που βγάζουμε προς τα έξω ως ελληνική μουσική”. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τονίζει “οι εταιρείες διέθεσαν όλο το ρεπερτόριο στις εφημερίδες, στα περίπτερα με αποτέλεσμα να απαξιώσουν τα ελληνικά μουσικά είδη” και το πιο σημαντικό, “το γνώριζαν πως θα συμβεί … για προσωρινά κέρδη”.  

Κλείνοντας, όταν τον ρώτησα πως νιώθει ως ιδιοκτήτης του παλαιότερου δισκοπωλείου της Αθήνας, μου είπε, “νιώθω χαρά που προσέφερα και προσφέρω” κι η απογοήτευσή μου, κάπως, μαλάκωσε. Ειδικά, όταν αντιλήφθηκα πως ήταν οικοδεσπότης του χώρου, από το 2013, ορισμένων απολυόμενων της ERT, στην εκκίνηση του αυτοδιαχειριζόμενου διαδικτυακού ραδιοφώνου, metadeftero.gr. 

Για τον ΕΟΕ,

Κείμενο / Φωτογραφίες, Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου / Konstantina Konstantinou Κοινωνιολόγος, ΜΔΕ Εγκληματολογίας

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *